περίθλαση

Φυσικό φαινόμενο που οφείλεται στην απόκλιση ενός κύματος από την ευθύγραμμη διάδοση και παρατηρείται όταν το κύμα αυτό διέρχεται μέσω οπών ή προσκρούει σε εμπόδια, οι διαστάσεις των οποίων είναι της τάξης του μήκους του κύματος. Η π. συναντάται σε όλα τα κυματικά φαινόμενα. Στην περίπτωση κυμάτων που παράγονται σε ένα υγρό, το φαινόμενο μπορεί να γίνει σαφώς ορατό, αν θέσουμε σε μια μικρή λεκάνη γεμάτη υδράργυρο ένα διάφραγμα, που έχει μια πολύ μικρή σχισμή και παραγάγουμε, με μία παλλόμενη ακίδα, κύματα από τη μια πλευρά του διαφράγματος· θα δούμε τότε να σχηματίζονται νέα κύματα, τα οποία ξεκινούν από τη σχισμή, και να διαδίδονται πέρα από το διάφραγμα. Κατά τη διάδοση του ήχου, το φαινόμενο της π. συναντάται συχνότατα, επειδή το μήκος κύματός του είναι μεγάλο και μπορούμε έτσι να μελετήσουμε πώς αυτό μεταβάλλεται με τη μεταβολή του μήκους κύματος των εκπεμπόμενων ήχων. Για το φαινόμενο αυτό μπορούμε να έχουμε σήμερα πολύ καθαρές απεικονίσεις· επηρεάζει π.χ. την καμπύλη απόκρισης, των μορφοτροπέων, όπως είναι τα μικρόφωνα, από μια δεδομένη συχνότητα και πέρα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον κατά την ανάπτυξη των επιστημών προσέλαβε η μελέτη της π. του φωτός, που οδήγησε στην απόδειξη του κυματικού χαρακτήρα. Οι πρώτες συστηματικές μελέτες επί της π. του φωτός έγιναν από τον ιησουίτη μοναχό Φραγκίσκο Μαρία Γκριμάλντι (1618-1663), ο οποίος εξετέλεσε πειράματα όμοια με εκείνα που έγιναν αργότερα από το Φρενέλ*. Μια σαφή ιδέα της π. του φωτός μπορούμε να έχουμε με ένα απλό πείραμα: κατευθύνουμε μια δέσμη μονοχρωματικού φωτός να περάσει μέσα από μια κυκλική οπή διαμέτρου μισού περίπου εκατοστού, που έχει γίνει σε ένα διάφραγμα τοποθετημένο μεταξύ της σημειακής φωτεινής πηγής και ενός πετάσματος, επί του οποίου συγκεντρώνονται οι ακτίνες (εικ. 1). Το αποτέλεσμα θα είναι να σχηματιστεί στο πέτασμα μια καθαρή φωτεινή κηλίδα, περιβαλλόμενη από σκιά με σαφή όρια. Αυτό είναι εντελώς σύμφωνο με εκείνο που θα περιμέναμε με βάση τη γεωμετρική οπτική, η οποία θεωρεί το φως ως αποτελούμενο από ακτίνες που διαδίνονται ευθύγραμμα. Αν τώρα επαναλάβουμε το πείραμα, κάνοντας να περάσει το φως από οπές όλο και πιο μικρές, θα σημειωθούν νέα φαινόμενα, που δεν προβλέπονται από τη γεωμετρική οπτική. Όσο η οπή γίνεται μικρότερη, στην περίμετρο της φωτεινής κηλίδας που προβάλλεται στο πέτασμα αρχίζει να εμφανίζεται μία ζώνη υποσκιάς. Όταν η οπή φτάσει σε διαστάσεις της τάξης μεγέθους του μήκους κύματος του φωτός (μερικά δεκάκις χιλιοστά του χιλιοστού), στο πέτασμα (εικ. 2) θα εμφανιστεί μια χαρακτηριστική ακόνα π. αποτελούμενη από ομόκεντρους δακτυλίους, εναλλάξ φωτεινούς και σκοτεινούς, με μειωμένη ένταση από το κέντρο προς την περιφέρεια. Το πείραμα αυτό κάνει φανερά τα όρια της εφαρμογής της γεωμετρικής οπτικής και την αναγκαιότητα να περιγράψουμε τα φαινόμενα, που σχετίζονται με μικρά εμπόδια ή οπές, με όρους της κυματικής οπτικής. Με άλλα λόγια, προκειμένου για οπές ή εμπόδια μεγάλων διαστάσεων σε σχέση με το μήκος κύματος του φωτός, η σχηματική περιγραφή των φαινομένων με όρους φωτεινών ακτίνων που διαδίδονται ευθύγραμα είναι παραδεκτή, δεν είναι όμως προκειμένου για εμπόδια ή οπές που έχουν πολύ μικρές διαστάσεις. Ένα πείραμα ανάλογο με το προηγούμενο μπορεί να πραγματοποιηθεί αν το φως περάσει μέσα από δύο μικρές και παραπλήσιες στιγμές· στο πέτασμα θα εμφανιστούν κροσσοί εναλλάξ φωτεινοί και σκοτεινοί. Η ερμηνεία του δεύτερου πειράματος είναι απλή: θα έχουμε φωτεινούς κροσσούς εκεί όπου τα κύματα, που προέρχονται από τις δύο σχισμές, υπερτίθενται με συμφωνία φάσης· στην περίπτωση αυτή τα πλάτη τους αθροίζονται (λέγεται ακόμα ότι συμβάλλουν ενισχυτικά, *συμβολή). Αυτό συμβαίνει, όταν οι διανυόμενοι δρόμοι των κυμάτων, που εκκινούν από τις δύο σχισμές για να φτάσουν στο θεωρούμενο σημείο επί του πετάσματος, διαφέρουν κατά ένα μήκος κύματος ή κατά ένα ακέραιο πολλαπλάσιο αυτού. Στις περιοχές όπου τα κύματα φτάνουν με αντίθεση φάσης (δηλαδή μια διαφορά φάσης 180°), θα έχουμε αντίθετα σκοτεινούς κροσσούς (στην περίπτωση αυτή, αυτά αλληλοαναιρούνται ή συμβάλλουν αποσβεστικά). Αυτό συμβαίνει όταν οι διανυόμενοι δρόμοι διαφέρουν κατά μισό μήκος κύματος ή κατά ένα περιττό πολλαπλάσιο ημικύματος. Όπου δεν συμβαίνουν αυτές οι δύο ακραίες περιπτώσεις, θα έχουμε ενδιάμεσο φωτισμό. Κάπως πολυπλοκότερη, αν και ανάλογη, είναι η ερμηνεία των δακτυλίων που σχηματίζονται όταν το φως διέρχεται μέσα από μια μόνο κυκλική οπή. Στην περίπτωση αυτή, τα δευτερογενή κύματα, που εκπέμπονται από τις διάφορες περιοχές της οπής, είναι εκείνα που συμβάλλουν μεταξύ τους ενισχυτικά ή αποσβεστικά. Όλα αυτά τα παραδείγματα, και γενικά οποιοδήποτε άλλο φαινόμενο π., μπορεί να ερμηνευτεί με την ακόλουθη αρχή των Χόιχενς-Φρενέλ: «Κάθε σημείο της ισοφασικής επιφάνειας ενός κύματος, που προέρχεται από σημειακή φωτεινή πηγή, μπορεί να θεωρηθεί ως στοιχειώδης πηγή δευτερογενών σφαιρικών κυμάτων, το πλάτος των οποίων είναι μέγιστο κατά τη διεύθυνση της φωτεινής ακτίνας και μειώνεται ώσπου να καταστεί μηδέν κατά την κάθετη προς αυτή διεύθυνση. Η εφαπτόμενη (περιβάλλουσα) σφαίρα προς τα επιτυγχανόμενα στοιχειώδη δευτερογενή κύματα σχηματίζει μια νέα επιφάνεια κύματος, που έπεται εκείνης της αρχικής». Σύμφωνα με την αρχή αυτή, κάθε σημείο της περιμέτρου του εμποδίου ή της οπής γίνεται αρχή ενός κύματος και αυτά τα κύματα συμβάλλουν μεταξύ τους ποικιλότροπα. Αν οι οπές και τα εμπόδια έχουν μεγάλες διαστάσεις, το αποτέλεσμα θα είναι εκείνο που προβλέπεται από τη γεωμετρική οπτική, ενώ θα είναι σαφώς διάφορο, όταν οι οπές και τα εμπόδια έχουν διαστάσεις του μήκους κύματος του προσπίπτοντος φωτός. Σε όλα αυτά τα πορίσματα καταλήγουμε αν θεωρήσουμε ότι το φως εκπέμπεται από μια μονοχρωματική πηγή, και αυτό για να απλουστευτεί η περιγραφή των φαινομένων που παρατηρούνται. Η π. συνδέεται πράγματι με το μήκος κύματος του χησιμοποιούμενου φωτός· για φωτεινές πηγές μη μονοχρωματικές –π.χ. το λευκό φως– θα έχουμε τόσες εικόνες π. (κροσσοί ή δακτύλιοι), όσα θα είναι τα χρώματα* που αποτελούν το φως. Η διαφορετική π. ακτινοβολιών με διαφορετικό μήκος κύματος βρίσκει μια σημαντική πρακτική εφαρμογή στο φράγμα π., που χρησιμοποιείται στη φασματοσκοπία*, για να διαχωριστούν οι μονοχρωματικές συνιστώσες μιας φωτεινής πηγής. φράγμα περίθλασης. Διάταξη η οποία, εκμεταλλευόμενη την π. των κυμάτων, επιτρέπει το διαχωρισμό ακτινοβολιών διαφορετικού μήκους κύματος. Ένα φράγμα π. μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελείται από μια σειρά πολύ λεπτών σχισμών, που έχουν γίνει πάνω σε μια αδιαφανή πλάκα και διαχωρίζονται μεταξύ τους από άλλα τόσα λεπτά αδιαφανή διαστήματα· στην πράξη επιτυγχάνεται το ίδιο αποτέλεσμα με λεπτές παράλληλες και ισαπέχουσες χαραγές, που έχουν γίνει πάνω σε μια επιχρυσωμένη ή επαργυρωμένη γυάλινη πλάκα· στην περίπτωση αυτή το φράγμα λειτουργεί λόγω ανάκλασης μάλλον παρά λόγω διαφάνειας. Η λειτουργία ενός φράγματος, όταν διαπεράται από μια μονοχρωματική ακτινοβολία που προσπίπτει κάθετα σ’ αυτό, βασίζεται στην αρχή των Χόιχενς-Φρενέλ, που διατυπώθηκε προηγουμένως. Μια αρκετά στοιχειώδη επεξήγηση της λειτουργίας ενός φράγματος μπορούμε να έχουμε αν θεωρήσουμε μια δέσμη παράλληλων ακτίνων που προσπίπτουν κάθετα (εικ. 3) και αν υποθέσουμε ότι σε κάθε σχισμή (το πλάτος της οποίας είναι αμελητέο, συγκρινόμενο προς τις ολικές διαστάσεις του φράγματος) αντιστοιχεί μια ακτίνα που το διασχίζει. Ας υποθέσουμε ακόμα ότι συγκεντρώνουμε με ένα φακό, πέρα από το φράγμα, τη δέσμη των παράλληλων ακτίνων, οι οποίες εκτρέπονται κατά μια γωνία α σε σχέση προς τη διεύθυνση της προσπίπτουσας δέσμης. Με τον τρόπο αυτό θα έχουμε μια φωτεινή εικόνα της δέσμης στο πίσω επίπεδο εστίασης του φακού, μόνο αν οι διάφορες ακτίνες δεν αναιρούνται αμοιβαία μεταξύ τους (δηλαδή δεν συμβάλλουν αποσβεστικώς). Αυτό συμβαίνει γενικά, μόνο για ιδιαίτερες τιμές απόκλισης της γωνίας α και ακριβώς όταν η διαφορά διαδρομής μεταξύ δύο ακτίνων που έχουν διέλθει από δυο συνεχόμενες σχισμές είναι ένα ακέραιο πολλαπλάσιο ενός μήκους κύματος. Αν η απόσταση μεταξύ δύο σχισμών είναι d, η συνθήκη αυτή εκφράζεται με τη σχέση: d . ημα = n . λ όπου n = 0, 1, 2, 3 ... και λ το μήκος κύματος του χρησιμοποιούμενου φωτός. Για διαφορετικές τιμές της γωνίας απόκλισης, αν ο αριθμός των σχισμών είναι αρκετά υψηλός, το μεγαλύτερο μέρος των ακτίνων θα αλληλοαναιρούνται ανά δύο και, πρακτικά, θα προκύπτουν σκοτεινές περιοχές. Αν συγκεντρώσουμε έτσι τις διάφορες εικόνες που σχηματίζονται από το φακό επάνω σε ένα πέτασμα (ή επάνω σε μια φωτογραφική πλάκα), θα έχουμε έναν ορισμένο αριθμό φωτεινών κροσσών (φάσματα π. του φράγματος) που ο καθένας θα αντιστοιχεί σε μια διαφορετική τιμή του ακέραιου αριθμού n. Για n = 1, θα έχουμε το φάσμα 1ης τάξης, για n = 2 το φάσμα 2ας τάξης κ.ο.κ. Φυσικά για n = 0 αντιστοιχεί σε μη αποκλίνουσα δέσμη (κεντρικός κροσσός). Από τα προηγούμενα συνάγεται ότι η απόσταση κάθε κροσσού από τον κεντρικό συνδέεται στενά με το μήκος του κύματος. Έτσι, αν η προσπίπτουσα επί του φράγματος δέσμη αποτελείται από ακτινοβολίες διαφορετικού μήκους κύματος, στο πέτασμα θα παρατηρηθούν ξεχωριστοί κροσσοί που θα αντιστοιχούν στα διάφορα μήκη κύματος. Ο διαχωρισμός αυτός θα είναι τόσο μεγαλύτερος όσο μικρότερη θα είναι η απόσταση d μεταξύ των σχισμών, δεδομένου ότι τα ημα, και επομένως η γωνία απόκλισης α, θα πρέπει να είναι αντίστοιχα μεγαλύτερη με το αυτό μήκος κύματος. Είναι δυνατό, έτσι να διαχωρίσουμε κατ’ αυτόν τον τρόπο τις μονοχρωματικές συνιστώσες μιας δεδομένης ακτινοβολίας με μια ακρίβεια τόσο μεγαλύτερη όσο μεγαλύτερος θα είναι ο αριθμός των σχισμών ανά μονάδα μήκους του θεωρούμενου φράγματος. Κάθε φράγμα χαρακτηρίζεται συνεπώς από τη διαχωριστική ικανότητα, που ορίζεται από τη σχέση μεταξύ της ελάχιστης διαφοράς του μήκους κύματος που μπορεί να εντοπιστεί με το όργανο και του ίδιου μήκους κύματος. Το φράγμα απέκτησε θεμελιώδη σημασία στον κλάδο της ατομικής φασματογραφίας (*φάσμα), γιατί, καθώς επιτρέπει έναν ικανοποιητικό διαχωρισμό των ακτινοβολιών, των οποίων το μήκος κύματος διαφέρει ελάχιστα, βοηθεί στην ανακάλυψη και διερεύνηση των χαρακτηριστικών του ορατού φωτός, που εκπέμπεται από άτομα σε ιδιαίτερες καταστάσεις (*φασματοσκοπία), και που δεν μπορούν να διαπιστωθούν με κοινά φασματοσκόπια πρίσματος, ανοίγοντας έτσι ενδιαφέροντα πεδία στη θεμελιώδη έρευνα και, ιδιαίτερα, στη γνώση της δομής του ατόμου. Πρέπει να τονιστεί ότι η αρχή επί της οποίας βασίζονται τα φράγματα επέτρεψε, τουλάχιστον θεωρητικά, να αναλύσουμε οποιαδήποτε ακτινοβολία (ακτίνες X, γάμμα, ηλεκτρόνια) αρκεί να διαθέσουμε ένα σύνολο σχισμών επαρκώς λεπτών. Με φράγματα που κατασκευάζονται τεχνητώς είναι δυνατό να πραγματοποιηθούν σχισμές πλάτους μερικών χιλιάδων Α κατ’ ελάχιστο όριο· πρόκειται επομένως για διατάξεις κατάλληλες να αναλύσουν μήκη κύματος που πλησιάζουν το ορατό φάσμα. Για την ανάλυση μικρότερων μηκών κύματος, τυπικά των ακτίνων X, γάμμα και ηλεκτρονίων, χρησιμοποιούνται αντίθετα κρύσταλλοι, η κανονική δομή των οποίων συμπεριφέρεται, σε σχέση προς το μήκος κύματος των ακτινοβολιών αυτών, όπως ένα φράγμα (κρυσταλλικό φράγμα), που αποτελείται από ένα πολύ υψηλό αριθμό σχισμών πλάτους μερικών Α. περίθλαση ηλεκτρονίων. Η κίνηση των ηλεκτρονίων, σύμφωνα με την κυματική μηχανική, συνδυάζεται προς ένα κύμα ορισμένου μήκους λ· το γεγονός αυτό συντελεί ώστε, όταν μια δέσμη ηλεκτρονίων διασχίζει τα επιφανειακά στρώματα ενός κρυσταλλικού σώματος, του οποίου οι διαστάσεις του πλέγματος είναι της τάξης μεγέθους του λ, περιθλάται, εξέρχεται δηλαδή από αυτό υποδιηρημένη κατά ορισμένες διευθύνσεις. Μιλάμε για επιφανειακά στρώματα, όπως είναι δυνατό να μιλάμε για λεπτά υμένια, δεδομένου ότι τα ηλεκτρόνια δεν έχουν υψηλή ικανότητα διείσδυσης εντός της ύλης. Η π. των ηλεκτρονίων επομένως, εκτός από τη βασική απόδειξη για την εγκυρότητα της κυματομηχανικής, προσφέρει ένα αποτελεσματικότατο μέσο έρευνας των επιφανειών των στερεών (φαινόμενα διάβρωσης, οξείδωσης και τριβής των μεταλλικών επιφανειών, προσανατολισμός των στρωμάτων, παραμορφώσεις κατά την αύξηση των κρυστάλλων κλπ.). Εκτός από τα στερεά, μπορούμε να πετύχουμε την ηλεκτρονική π. με τα υγρά και με τα αέρια. Ιδιαίτερα με τα δεύτερα, το φαινόμενο αποκτά μεγάλη σημασία, ως προς τη δυνατότητα έρευνας με αντικείμενο τις διαμορφώσεις, τις διαστάσεις και τις αποστάσεις του δεσμού των μορίων. Η π. των ηλεκτρονίων ανακαλύφτηκε το 1927 από τους φυσικούς Ντέιβισον* και Τζέρμερ. περίθλαση ακτίνων Ρέντγκεν. Με βάση το φαινόμενο αυτό αποδείχτηκε όχι μόνο ο κυματικός χαρακτήρας των ακτίνων Ρέντγκεν, αλλά και ότι οι τάξεις μεγέθους του μήκους κύματος των ακτίνων αυτών και των αποστάσεων μεταξύ των ατόμων της κρυσταλλικής ύλης (κρυσταλλικό φράγμα) συμπίπτουν. Αυτό προκύπτει από το ότι, όταν αυτές οι ακτίνες προσπίπτουν επάνω σε κρυστάλλους, σκεδάζονται από τα άτομα του κρυσταλλικού πλέγματος και, λόγω συμβολής μεταξύ των ακτινοβολιών που προέρχονται από τα διεγερμένα άτομα, εμφανίζονται προς ορισμένες διευθύνσεις μέγιστα και ελάχιστα έντασης. Το φαινόμενο αυτό ταυτίζεται ακριβώς με την π. Την π. των ακτίνων Ρέντγκεν προέβλεψε ο φυσικός Λάουε* και την παρατήρησε ο ίδιος το 1912. Αποτελεί ένα αξιόλογο μέσο έρευνας της δομής των σωμάτων, της κατανομής των ηλεκτρονίων στα άτομα και γενικά των προβλημάτων της κρυσταλλογραφίας. Περίθλαση φωτός που παράγεται από δύο γειτονικές σχισμές. Τα φωτεινά κύματα διατρέχουν δρόμους, των οποίων οι αποστάσεις διαφέρουν κατά ένα πολύ μικρό διάστημα (Ι): ανάλογα με το αν το Ι αντιστοιχεί σ’ ένα άρτιο ή περιττό πολλαπλάσιο του ημικύματος της ακτινοβολίας, θα έχουμε στον προσοφθάλμιο φακό φως ή σκοτάδι. Η περίθλαση εμφανίζεται όταν η διάμετρος της τρύπας, της τάξης του χιλιοστού στην εικόνα 1, προσεγγίζει το μήκος κύματος της προσπίπτουσας ακτινοβολίας, όπως συμβαίνει στην εικόνα 2. Περίθλαση ή διάγραμμα του Λάουε, που προέρχεται από μια λεπτή δέσμη ακτινών Ραίντγκεν, στο πέρασμα της από ένα κρύσταλλο χαλαζία. Η μελέτη των φωτογραφιών περίθλασης, που έχουν παρθεί από διάφορες θέσεις, επιτρέπει τον προσδιορισμό της εσωτερικής υφής των κρυστάλλων.
* * *
η / περίθλασις, -άσεως, ΝΜΑ [περιθλώ]
το να πιεσθεί και να σπάσει κάτι ολόγυρα («περίθλαση οστού»)
νεοελλ.
φυσ. φαινόμενο τής κυματικής το οποίο παρατηρείται όταν τα ακουστικά, οπτικά, ηλεκτρομαγνητικά κ.ά. κύματα, ανεξάρτητα από τη φύση τους, συναντούν εμπόδια ή ανοίγματα τής ίδιας τάξης μεγέθους με το μήκος κύματός τους, και το οποίο συνίσταται στην διαταραχή τού τρόπου διάδοσης τών κυμάτων, τα οποία, τότε, είτε περιρρέουν το εμπόδιο είτε απομακρύνονται από το άνοιγμα διασκορπιζόμενα προς όλες τις κατευθύνσεις.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • περιθλώ — άω, ΝΑ νεοελλ. 1. ενεργ. προξενώ περίθλαση 2. παθ. περιθλώμαι (για κύματα) υφίσταμαι περίθλαση αρχ. πιέζω κάτι ολόγυρα και το σπάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < περι * + θλῶ «σπάζω»] …   Dictionary of Greek

  • ήχος — Διάδοση σε ένα ελαστικό μέσο των ταλαντώσεων που μεταδίδει σε αυτό ένα ταλαντούμενο σώμα (ηχητική πηγή). Συνήθως ή. ονομάζεται και το αποτέλεσμα που παράγεται από τις ελαστικές ταλαντώσεις στο εσωτερικό αφτί. Για το φυσιολογικό ανθρώπινο αφτί, το …   Dictionary of Greek

  • ακουστική — Το σύνολο των φαινομένων που έχει σχέση με την ακοή. Επίσης, επιστήμη η οποία έχει ως αντικείμενό της το σύνολο των φαινομένων, που έχουν σχέση με τις ελαστικές ταλαντώσεις και περιλαμβάνει: 1) Το τμήμα της φυσικής που εξετάζειτα ηχητικά… …   Dictionary of Greek

  • ανάλυση — Η διάλυση μιας σύνθετης ουσίας στα συστατικά της· το λιώσιμο μιας ουσίας· η διαίρεση του λόγουσε στοιχεία και η εύρεση της μεταξύ τους σχέσης· λεπτομερειακή έκθεση των στοιχείων μιας θεωρίας ή ενός φιλοσοφικού συστήματος· η μελέτη των στοιχείων… …   Dictionary of Greek

  • ηλεκτρόνιο — Στοιχειώδες σωμάτιο με μάζα ηρεμίας m0 = 9,109 · 10 28 γραμμάρια, ίση προς 1/1.840 της μάζας του πρωτονίου, και του οποίου το φορτίο ισούται με 1,6 · 10 19 κουλόμπ. Αυτό το φορτίο μπορεί να είναι αρνητικό ή θετικό. Η ονομασία η. αναφέρεται συχνά… …   Dictionary of Greek

  • κρυσταλλογράφημα — το το ακτινογράφημα που λαμβάνεται όταν λεπτή δέσμη ακτίνων Ραίντγκεν συνεχούς φάσματος που προσπίπτει σε κρύσταλλο ή κρυσταλλική σκόνη υποστεί περίθλαση. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. crystallogram < crystall(o) (< κρύσταλλος) + gram …   Dictionary of Greek

  • μηχανική — Επιστήμη που μελετά την κίνηση και την ισορροπία των σωμάτων. Ανάλογα με τον τομέα έρευνας και με τις αρχές στις οποίες βασίζεται η έρευνα αυτή, διακρίνονται μία κλασική μ. (ή απλώς μ.), μία σχετικιστική μ. και μία κβαντική μ. Οι νόμοι της… …   Dictionary of Greek

  • παράθλαση — η φυσ. βλ. περίθλαση …   Dictionary of Greek

  • περιθλαστικός — ή, ό, Ν αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην περίθλαση …   Dictionary of Greek

  • πόλωση — Φαινόμενο χαρακτηριστικό των εγκάρσιων κυμάτων –ιδιαίτερα των φωτεινών– που συνίσταται στην ταλάντωση των κυμάτων κατά ένα ορισμένο επίπεδο, το οποίο περιέχει τη διεύθυνση διάδοσης· το κάθετο επίπεδο προς εκείνο στο οποίο γίνεται η ταλάντωση… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.